Snowing Still: αφιέρωμα στη black metal σκηνή της Ελβετίας (μέρος 2)

Οι βλοσυροί Hellhammer υπήρξαν ουσιαστικοί για τη σμίλευση ολόκληρου του είδους, ενώ οι Schammasch εκτιμώνται σήμερα ως μία από τις πλέον ανερχόμενες μπάντες. Κάτω όμως από την κορυφή του παγόβουνου, υπάρχουν πολλές ακόμα περιπτώσεις, από τους ατμοσφαιρικούς Tardigrada και τους Blakk Old Blood, ως τους Ungfell και τους Blutmond...

Κείμενο: Γιάννης Καγκελάρης

Μέρος δεύτερο, λοιπόν, για το αφιέρωμά μας στην ελβετική σκηνή (μέρος πρώτο, εδώ) –και σίγουρα υπάρχουν ξανά συγκροτήματα που νομίζετε πως παραλείψαμε. Η νοοτροπία του άρθρου, ωστόσο, είναι να συνδυάσει παλαιότερα ονόματα με αρκετές νέες ελπίδες, διατηρώντας στην άκρη τα πιο τρανταχτά παραδείγματα ως κατάλληλους κράχτες του κειμένου. Το τρίτο μέρος που έπεται θα είναι και το τελευταίο μιας παρουσίασης εδαφών του μουσικού χάρτη λίγο-πολύ απάτητων. Όποιες ενστάσεις ευπρόσδεκτες, αλλά όχι προτού περατωθεί το εύρος της τριμερούς ανασκόπησης.

Οι Hellhammer (και, κατ' επέκταση, οι Celtic Frost) συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πατέρες του πρώτου black metal κύματος, χάρη στη βλοσυρή αίσθηση που διαποτίζει τις καρβουνιασμένες δομές της μουσικής τους. Ο συνδυασμός μοχθηρών riffs με νεκρικές «στραβοστομιές» και με μια αισθητική ανελισσόμενη από τα πιο απύθμενα βάραθρα, τούς χάρισε τη στόφα των πρωτοπόρων μιας εποχής, εν μέσω της οποίας οι λιγοστοί προπομποί επιχειρούσαν να ηχούν όσο πιο ακραίοι γίνεται. Στις μέρες μας υφίσταται κριτική διαμάχη αναφορικά με ποιες μπάντες του πρώτου κύματος κινούνται στη σφαίρα του black metal και ποιες ξεφεύγουν. Ουδείς όμως μπορεί να αρνηθεί ότι οι Hellhammer υπήρξαν ουσιαστικοί για τη σμίλευση του είδους όπως το γνωρίζουμε –πτυχή που ισχύει και για τους Celtic Frost, κατά το μεγαλύτερο μέρος.



Ενδεχομένως, οι Schammasch να στέκουν αγέρωχοι ως μία από τις πλέον ανερχόμενες μπάντες της Ελβετίας, αλλά η αλήθεια είναι πως το μονοπάτι που διέβησαν έως το Triangle (2016) έλαβε χώρα υπό τμηματικές αναβαθμίσεις. Ξεκινώντας από το τυποποιημένο Sic Lvceat Lvx (2010), για να περάσουν στο πλεονάζον Contradiction (2014), κάθε τους βήμα έμοιαζε στραμμένο προς μια orthodox κατεύθυνση, την οποία και θα μετουσίωναν υπό την ολοδική τους οπτική. Πραγματικά, το παρόν προσωπείο των Schammasch μοιάζει ενσαρκωμένο σε μια ταυτότητα δικαιωματικά μοναδική, καθώς οι όποιες επιρροές διυλίστηκαν για την παραγωγή ενός στίγματος κάλλιστα ραφιναρισμένου. Έστω λοιπόν και αν σε στιγμές ξεφεύγουν από τα στενά περιθώρια του black metal, το προοδευτικό όραμα που διέπει τις πράξεις τους εξακολουθεί να χαράζει νέες διεξόδους σε μέχρι πρότινος άβατες περιοχές.



Οι Blutmond αποτελούν περίπτωση της οποίας η εξέλιξη έλαβε χώρα σταδιακά, ξεκινώντας από το άγουρο Endzeit (2006), για να ξεδιπλωθεί στο εμφανώς πιο μελετημένο Thirteen Urban Ways 4 Groovy Bohemian Days (2010), αλλά και το άπταιστα ισορροπημένο The Revolution Is Dead (2012). Το τελευταίο αποτελεί και την πιο πολυδιάστατη προσπάθεια των Ελβετών, οι οποίοι προσέθεσαν με χαρακτηριστική φροντίδα πλήκτρα, γυναικεία φωνητικά, σαξόφωνο, αλλά και πλήθος εφέ και λοιπών άλλων στοιχείων. Δεδομένου πως ο πυρήνας του line-up τους προέρχεται κατά τα 2/3 από τις τάξεις των Schammasch, φαντάζει επόμενο ότι τα μέλη θα επιχειρούσαν μια διέξοδο σε avant-garde φόρμες, διαφεύγοντας από την πεπατημένη των στεγανών μιας παραδοσιακής black metal νόρμας. Αν, μάλιστα, η εσάνς του artwork συναντούσε με πλήρη συνάφεια το κάλλος της ίδιας της μουσικής, τότε οπωσδήποτε το Revolution Is Dead θα είχε διακριτά εξέλθει στην επιφάνεια μιας σωρείας συναφών κυκλοφοριών, χαρίζοντάς τους το breakthrough που δικαιωματικά τους ανήκει.



Ενδεχομένως, η συνταγή των ColdCell να φαντάζει πεπατημένη σε μια σκηνή όπου τα πάντα έχουν παιχτεί, αλλά η ελαφρά εσάνς μιας δυσαρμονικής στόφας δύναται να προκαλέσει ποικίλους συνειρμούς, νοερής φύσης. Η αναφερθείσα περιρρέουσα αύρα μπορεί να ξεκινά από orthodox ενστάσεις, για να καταλήγει σε avant-garde αναδρομές, διαχέοντας έτσι μικρά ψήγματα συστατικών σε ένα κράμα συμπαγές σε συνθετική υφή. Τρόπον τινά, ουδένα από τα παραπάνω πεδία δεν καλύπτει επαρκώς την περίπτωσή τους, καθώς οι ίδιοι επιθυμούν να εκλύουν τον αιθέρα μιας λίαν σαγηνευτικής ατμόσφαιρας, η οποία μοιάζει ασυνήθιστα απροσδιόριστη σε τυχόν κριτικές ανασκοπήσεις. Από τις 3 δισκογραφικές τους προσπάθειες θα επιλέξουμε το Those (2017) ως σταθερότερο σημείο αναφοράς, καθότι οι αρετές μιας καλοσμιλευμένης παραγωγής τούς βοήθησαν να επιτύχουν με πρωτοφανή ακρίβεια τον στόχο τους.



Οι Atritas έμελλε να κυκλοφορήσουν μια σωρεία από demo και 3 full-length κυκλοφορίες, ώσπου να επέλθει ο κορεσμός μιας αναπόφευκτης διάλυσης τον Φεβρουάριο του 2014. Μετρώντας στο ενεργητικό τους 2 μέλη των Schammasch (εκ των οποίων ο ντράμερ συμμετέχει και στους ColdCell), θα ανέμενε κανείς πως η εξερευνητική τους τάση θα περιεργαζόταν το εύρος μιας σύγχρονης προσέγγισης, υπό τις επιταγές μιας καθόλα προοδευτικής στόφας. Παρόλα αυτά, οι Atritas αρκέστηκαν σε παλιομοδίτικο black metal που απεκάλυπτε symphonic αναφορές, υπό τις οποίες οικοδομούταν η δυναμική κοφτερών, σιδηροδρομικών riffs.  Έτσι, προσμετρώντας το εξαιρετικό Medium Antigod (2007) ως επιφανέστερη κυκλοφορία της ολοκληρωμένης πορείας τους, οι Atritas εντρύφησαν σε 1990s αρετές υπό το πρίσμα που χαίρουν οι βάσεις της παιδείας τους.



Οι Euphrasia αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση που βρίθει demoesque αισθητικής, η οποία ακροβατεί μεταξύ καλλωπισμένων μελωδιών και των κατάλληλων σε ηχόχρωμα underground υποστηλωμάτων. Γέρνοντας την πλάστιγγα στην ατμοσφαιρική πλευρά του ζητήματος, οι καλαίσθητες ιδέες τους υποβόσκουν κάτω από ένα τοπίο σκονισμένης παραγωγής, το οποίο αφήνει συχνά χώρο για ανάσες μέσω ευάρεστων ακουστικών διαλειμμάτων. Συνολικά, το γκρουπ μετρά ένα demo και δύο split με τους Woeful Silence και Syrgðr Skógr, στα οποία και η όλη προσέγγιση μοιάζει ελαφρώς διαφοροποιημένη: όσο ακριβώς χρειάζεται για να διατηρείται το ενδιαφέρον ζωτικό, ώστε μικρά βήματα προόδου να διαγράφονται προς μια κατεύθυνση αδιάσπαστα νεφελώδη.



Οι δε συμπατριώτες τους Woeful Silence απομένουν εξίσου αξιοσημείωτη περίπτωση, παρά το σύντομο της δισκογραφικής τους πορείας. Επενδύοντας τις μελωδικές τους γραμμές σε πιο νωχελικά εν συγκρίσει πρότυπα, το ατμοσφαιρικό χαλί πάνω στο οποίο κινούνται σχηματίζει μικρούς κυματισμούς, ανάλογα των επουσιωδών ιδεών που αναπτύσσονται στη μίξη. Ως one-man band, πέραν του split με τους Euphrasia, μετρούν επίσης ένα ακόμη split με τους Swamp Flower Rhyme (2014), όπως και ένα EP τιτλοφορούμενο Shrouds Οf Decay (2017). Ο δε Daniele "Neamhord" Brumana φέρει προϋπηρεσία και στους μελωδικούς black/doom metallers Forlet Sires, οι οποίοι πρόπερσι κυκλοφόρησαν το εξαιρετικό ντεμπούτο τους Journey Towards Ruin. Έναν δίσκο που συγκροτείται από πανδαισία σκαλωματικών riffs και εναλλαγής διαθέσεων, σύμφωνα με τις οποίες οι ρυθμοί αφήνουν ιδιαίτερη γεύση σε ευρηματικότητα και ποικιλία.



Το demo Total Vacuum των Antiversum (2015) αποτελεί κλασικό δείγμα βουρκώδους black/death metal, ανασύροντας πηχτά, νευρωτικά riffs από έλη νοσηρά για τις ανθρώπινες αισθήσεις. Το διαπλεκόμενο χάος που ελίσσεται κυκλωτικά στις θεμελιώδεις δομές θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια σκοτεινή δίνη που καταπίνει αστραπιαία οτιδήποτε βρεθεί εντός της ακτίνας δράσης της. Το full-length Cosmos Comedenti (2017), από την άλλη, καταδεικνύει ουσιωδέστερη διαύγεια, περισσότερο βάθος, αλλά και ευδιάκριτο κίνδυνο σε βαθμό άκρως επισφαλή για τον ακροατή. Άλλωστε η παρακαταθήκη των μελών καθαυτών θα έπρεπε να προϊδεάζει για τις ικανότητες ευφυούς συγγραφής, καθώς έχουν υπηρετήσει στις τάξεις των Bölzer, DSKNT, Blakk Old Blood και Asag μεταξύ άλλων.



Οι Blakk Old Blood αποτελούνται αποκλειστικά από μέλη των Antiversum και κινούνται σε πιο cult πρότυπα, μιας και μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει αποκλειστικά demo, EP και split συνεργασίες. Το μοτίβο τους συντίθεται από κοφτερά riffs αλλά και μεγαλύτερη αμεσότητα, υπό τη νόρμα μιας απρόσκοπτα ευθύβολης επιθετικότητας. Η μοχθηρή αίσθηση που διακατέχει την ενέργεια της μουσικής αφήνει ένα ρίγος τρόμου, ικανό να τρυπά πέρα ως πέρα τα κόκαλα μέχρι το μεδούλι. Σπανίως αντίστοιχες κλασικότροπες μπάντες δύνανται να κερδίζουν τόσο εύκολα την προσοχή, αλλά αν οι Blakk Old Blood δεν γραπώσουν τις εντυπώσεις σας από τη πρώτη κιόλας επαφή, τότε ενδέχεται να μη συμβεί καθόλου.



Οι Asag, από την άλλη, φαντάζουν νεκρικά παραδοσιακοί, ειδικά από τη στιγμή που τα παρθενικά βήματά τους με το πρώτο demo και το ομώνυμο ντεμπούτο (2007) έλαβαν χώρα υπό πιο lo-fi φόρμες. Άλλωστε, η περί ο λόγος αισθητική κρίνεται αρμόζουσα ώστε να ευδοκιμούν ιδέες κοφτερές σαν ανοξείδωτα ξυράφια· πτυχή που αποτελεί και την επιφανέστερη αρετή της μπάντας. Ευτυχώς, η αναβάθμιση της παραγωγής στο Feuer Zieh Mit Mir (2010) δεν έμελε να επιφέρει μια ανώφελη έκπτωση σε μοχθηρότητα, καθώς η προσβασιμότητα των τραγουδιών φαντάζει ορατή όσο ποτέ. Οπωσδήποτε, όμως, οι Asag προτείνονται αποκλειστικά σε πιουρίστες και αμετανόητους, καθώς το εναπομείναν ακροατήριο δεν θα εκτιμούσε δεόντως το στίγμα μιας καθόλα μετωπικής επίθεσης.



Οι Sabaism κυκλοφόρησαν ένα και μοναδικό demo στην ιστορία τους, τιτλοφορούμενο ως The Unborn Dawn το έτος 1996. Μέσα σε 4 μόλις κομμάτια, κατόρθωσαν να εμφυσήσουν την προπατορική κουλτούρα του black και death metal μέσα από καλοσμιλευμένα riffs, προσεγμένη παραγωγή, αλλά και ισορροπημένων δρώμενων, καθώς κανένα στοιχείο του μείγματος δεν υπερτερεί κάποιου άλλου. Παρότι το The Unborn Dawn δεν είχε ανάλογη συνέχεια, η μπάντα παρέμεινε ενεργή για απροσδιόριστο διάστημα, ώσπου τα μέλη της να εντρυφήσουν σε έτερες ασχολίες με τους Innocent F.F., Sickening Gore, Embalming Theatre και Mors Amara. Οι τελευταίοι έμελλε μάλιστα να κυκλοφορήσουν το εξαιρετικό demo Der Sonne Abgewandt... (2007), η παγωνιά του οποίου στοιχειώνει πάλλευκους εφιάλτες, χάρη στις αποκρυσταλλωμένες κιθάρες και τα σαγηνευτικά πλήκτρα.



Οι Ipsum, από την άλλη, κατόρθωσαν με το εξαίρετο Behind The Mask (2000) να αποφύγουν την κλασική παγίδα μιας τυποποιημένης παραγωγής. Χάριν μιας τσιμεντένιας εμμονής, οι καλές τους ιδέες πολλάκις ανθίζουν μέσω των δεμένων εκτελέσεων, φανερώνοντας το εύρος της εκκολαπτόμενης έμπνευσής τους. Η αλήθεια είναι πως θα βρείτε πλήθος μελωδικών στιγμών διάσπαρτες σε ένα σφιχτοδεμένο περιβάλλον, το οποίο άλλον στόχο δεν έχει από το να προσδώσει την εικόνα ενός γκρουπ έτοιμου να ανταπεξέλθει σε οποιοδήποτε ύψος περίστασης. Δυστυχώς, παρά το ταλέντο των μελών, δεν επιχειρήθηκε άλλη δισκογραφική προσπάθεια έπειτα από το Mystic Evilution του 2003 –έστω και αν ως συγκρότημα ουδέποτε διέλυσαν, παρά παραμένουν θεωρητικά ενεργοί μέχρι και την παρούσα ημέρα.



Η φωσφορίζουσα δυσαρμονία των Euclidean δύναται να εγκλωβίσει ερμητικά την προσοχή ενός επίδοξου ερευνητή, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως τα συστατικά της αποδομούνται εύκολα σε τελικό απολογισμό. Η προσβασιμότητα του υλικού οφείλεται αποκλειστικά στην ιδιόμορφη αύρα που συνδέει τα κομμάτια μεταξύ, σχηματίζοντας έτσι μια αδιάσπαστη ροή. Η δε avant-garde γεύση την οποία αφήνει δεν απλώνει τις ρίζες της απαραίτητα στην παρακαταθήκη των early 1990s, παρά ηχεί περισσότερο ως απαύγασμα τέκνων της post-black σκηνής. Έτσι, οι Euclidean κατορθώνουν να σταθούν στο μέσο των επιρροών τους, δίχως εκπτώσεις αμεσότητας, χάριν της πολυμορφίας μιας λίαν μελετηρούς οπτικής.



Οι Arkhaeon έχουν προσφέρει 2 ολοκληρωμένα πονήματα τιτλοφορούμενα Deathprayer Evangelium (2014) και Beyond (2016), εκ των οποίων το πρώτο ξεχωρίζει χάρη στην εκπόρευση λίαν σαγηνευτικών επωδών. Τα μουσικά του θέματα μοιάζουν πιο ευάρεστα στο απαίδευτο αυτί, γεννώντας αλληλουχία συναισθημάτων και σκέψεων μέσα από διανθισμένες αναζητήσεις που κινούνται στα πλαίσια της ονειρικής σφαίρας. Παρόλα αυτά, έστω και αν το ταλέντο δεν λείπει από τις τάξεις των μελών, απαιτείται ένας ακόμη λαμπρός δίσκος για να θεωρηθούν μπάντα πρώτης κατηγορίας. Τα παρόντα δείγματα γραφής φαντάζουν υποσχόμενα, αλλά όχι αρκετά για να τους χαρίσουν τις ποθητές δάφνες μιας ευρείας καταξίωσης.



Οι depressive black metallers Black Tear κέρδισαν τον έπαινο της πιο καλά θαμμένης μπάντας της υποκατηγορίας τους, χάρη στις λεπτοραμμένες μελωδίες του demo Lacrima (2008). Όχι πως το άκομψο Final Silence (2009) στερείται αναφοράς, απλά η DIY προσέγγιση κράτησε τα ηνία σε βαθμό λίαν στερητικό για το όλο συναίσθημα που προσπαθούσε να αναπτύξει. Στο Lacrima, λοιπόν, συναντάμε στιγμιότυπα αξιέπαινης lo-fi διακλάδωσης μεταξύ ενός γκριζωπού ρομαντισμού και μιας λίαν αμαυρωμένης απόγνωσης, που το κρατά πιστό στις αρχές του DSBM φάσματος. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε πως η πλάστιγγα φαντάζει περισσότερο ισορροπημένη σε σχέση με το πλήρες άλμπουμ –γενόμενο σπάνιο ακόμη και στις πιο αντίξοες περιπτώσεις που ενδέχεται να συναντήσουμε.



Οι ατμοσφαιρικοί black metallers Tardigrada δεν αποτελούν περίπτωση άγνωστη, καθώς η συνεργασία τους με τη Fallen Empire Records υποβοήθησε στο να προκαλέσουν έναν μικρό ντόρο στο underground. Η παγωνιά που εκρέει από τη μουσική τους θα μπορούσε κάλλιστα να συγκριθεί με απόκρημνες πλαγιές στις παρυφές χιονισμένων ελβετικών δασών. Η δε φυσιολατρική τους στάση δύναται να προξενήσει αντίστοιχα συναισθήματα για όσους αρέσκονται σε μακροσκελείς περιπάτους σε ώρες που έχουν προ πολλού περάσει τα μεσάνυχτα. Φυσικό επόμενο, λοιπόν, πώς το demo Widrstand (2012) και το άλμπουμ Emotionale Ödnis (2016) προσέλκυσαν δεόντως την προσοχή, ειδικά από τη στιγμή που η επιδεξιότητα των μελών έχει οξυνθεί από τις υπηρεσίες που προσέφεραν στους Hån, Guignol Noir, αλλά και στους αμαυρωμένους blackened deathsters Dakhma. Ειδικότερα το ΕΡ Astiwihad-Zohr (2015) και το άλμπουμ Hamkar Atonement (2018) των τελευταίων, προτείνονται εξίσου ανεπιφύλακτα για όσους αρέσκονται σε εκτροχιασμένες τραγόμορφες περιστάσεις.



Για το κλείσιμο, έχουμε την πριμαριστή αμεσότητα των Ungfell, οι οποίοι φέρουν ισχυρούς δεσμούς τόσο με την πρώτη περίοδο των Νορβηγών Ulver και το κλασικό Nattens Madrigal (1997), όσο και με την ευρύτερη αντίληψη των Γάλλων Peste Noire. Η κοφτερή υφή των riffs διαπλέκεται συχνά με folklore αναλαμπές, προσφέροντας έτσι σημαντικό φόρο τιμής στη mid-1990s black metal παρακαταθήκη, υπό τα πλαίσια της οποίας το lo-fi ηχόχρωμα της παραγωγής ανασύρει δοξασίες αρχαϊκής διαλογής. Παρόλα αυτά, οι παραγωγές τους σημείωσαν ένα εμφανές ξεσκόνισμα κατά την έναρξη της συνεργασίας με τη δισκογραφική Eisenwald, έστω και αν δομικά παρέμειναν πιο ευθύβολοι από ποτέ. Καθησυχάζοντας τυχόν ανησυχίες, τα ηχοτρόπιά τους εξακολουθούν να ταξιδεύουν τον ακροατή σε μεσαιωνικές εποχές, τις περιόδους εκείνες που οι φατρίες εξουσίαζαν αχανείς αγροτικές περιοχές κάτω από τη σιδηρά πυγμή και την κόψη των τσεκουριών τους. Κάθε κομμάτι των Ungfell αποτελεί λοιπόν και μία ξεχασμένη ωδή για μια διήγηση που ξετυλίγεται και έως σήμερα δεν έμελλε να εξιστορηθεί πλήρως.

 

Top