Snowing Still: αφιέρωμα στη black metal σκηνή της Ελβετίας (μέρος 1)

Αν και χώρα απομονωμένη στον μεταλλικό χάρτη, έχει κάμποσες ποιοτικές μπάντες: από τους Samael που έχουν βγάλει τον πιο ευρέως αποδεκτό black metal δίσκο στην Ελλάδα, ως σχήματα ελάχιστα γνωστά, τα οποία έχουν φτάσει μέχρι και σε διασκευές στους Ladytron...

Κείμενο: Γιάννης Καγκελάρης

«Υπάρχει black metal σκηνή στην Ελβετία;». Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια φίλου ερευνητή, μόλις τον ενημέρωσα για το μακροσκελές άρθρο που πυρετωδώς ετοίμαζα το τελευταίο διάστημα. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η Ελβετία αποτελεί χώρα απομονωμένη στον μεταλλικό χάρτη, καθώς πολλές ποιοτικές μπάντες της είτε παραμένουν στις σκιές της συνείδησης των ακροατών, είτε δεν έχουν εξέλθει ιδιαίτερα των τοπικών τους συνόρων. Εμείς λοιπόν επιλέξαμε ορισμένες περιπτώσεις που αξίζουν εμφατικής αναφοράς, με πολλά από τα ονόματα που πιθανώς να αναμένετε να ακολουθούν στα επόμενα δύο μέρη αυτού του αφιερώματος.

Ενδεχομένως οι Samael να αποτελούν μία από τις κλασικότερες περιπτώσεις του κειμένου, έστω κι αν οι εξερευνήσεις των ύστερων 1990s τους απομάκρυναν ολοένα και περισσότερο από τη σφαίρα του black metal. Διαγράφοντας σταθερή πορεία, κατά την οποία η αίσθηση της μουσικότητας ολοένα και εμπότιζε τις διαδραστικές δομές τους, τα αψεγάδιαστα Worship Him (1991) και Blood Ritual (1992) έδωσαν τη θέση τους στο all-time classic Ceremony Of Opposites (1994), το οποίο και είναι ο πιο ευρέως αποδεκτός black metal δίσκος στην ελληνική επικράτεια. Σημαντικό στοιχείο-κλειδί  αποτέλεσαν οι ευφάνταστες μελωδίες του, σε συνδυασμό με μια απαράμιλλη αμεσότητα, σε αντιδιαστολή με την πρωτόγονη αίσθηση των πρώιμων βημάτων του γκρουπ. Κάθε πάντως δίσκος των Samael ως το Passage (1996) δικαιούται ξεχωριστό πεδίο αναφοράς· αλλά ο σκοπός μας αφορά την αναφορική παρουσίαση της ελβετικής σκηνής και όχι κάποιων μεμονωμένων σχημάτων.



Οι Alastis ξεκίνησαν ως μπάντα άρρηκτα επηρρεασμένη από την πρωτόλεια αίσθηση των Samael, με τρόπο που το Just Law (1992) δεν θα μπορούσε να λείπει από την περίπτωσή μας. Εδώ οι ταχύτητες είναι ως επί το πλείστον mid tempo, στοχεύοντας στη σμίλευση μιας απόμακρης, αρχέγονης αισθητικής, υπό την οποία τα κάλλιστα στοιχειωμένα πλήκτρα επέδιδαν πόντους στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η συνέχεια με το ...Αnd Death Smiled (1995) τους βρήκε σε δρόμους πιο προσεγμένης παραγωγής, υπό τις επιταγές της οποίας το σταδιακό μπόλιασμα μιας dark metal αισθητικής τούς απομάκρυνε από τυχόν συγκρίσεις με τη βασική τους επιρροή. Κάτι που –κατά τα φαινόμενα– υπήρξε βασικός στόχος των Alastis, έστω κι αν το ακόμα αμεσότερο (και εν μέρει, απομεταλλωμένο) The Other Side του 1997 απομάκρυνε σημαντική μερίδα οπαδών, η οποία ποτέ δεν επέστρεψε πραγματικά στις τάξεις τους.



Οι κλασικοί death/thrashers Messiah φαινομενικά δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της στήλης, αλλά οι βασικές επιρροές του Hymn To Abramelin (1986), οι οποίες ξεκινούν από τους Hellhammer και τους πρώιμους Sodom για να φτάσουν ως τους Bathory και τους Possessed, φέρουν όλα τα διαπιστευτήρια μιας αχνισμένης, πρωτο-black metal αισθητικής. Ιδιαίτερη μνεία οφείλει να αποδοθεί στα μαινόμενα φωνητικά, όντας στοιχείο που συνηγορεί σε ανάδυση μιας ολοκληρωτικά φλογισμένης ατμόσφαιρας. Η συνέχεια φυσικά προδιεγράφη καθόλα συναρπαστική, με το φρενήρες συστατικό να στοχεύει σε μειωμένες συγκριτικά ποσότητες στο follow-up Extreme Cold Weather (1987), το οποίο και έμεινε παροιμοιώδες στην ιστορία για την ατυχή επιλογή εξωφύλλου.



Για το αμαυρωμένο death metal των Amon θα μπορούσαν να αναγραφούν αρκετά. Τόσο για τη συνεργασία τους με την ιστορική Witchhunt Records, όσο και για τη συμμετοχή μελών των κλασικών death/thrashers Messiah στις τάξεις τους. Ωστόσο, το στρυφνό ύφος αποτελεί το προκείμενο της περίπτωσής μας, μιας και κάτω από τα τσιμεντολιθένια riffs ανασύρεται σωρεία ποιοτικών ιδεών, λίαν ικανών να σφηνώσουν διαδραστικά στη μνήμη. Επιπλέον, τα σπηλαιώδη τους φωνητικά, σε συνδυασμό με τη βλοσυρή αίσθηση της τήξης δύο διαφορετικών ειδών, τους κατατάσσουν ως μία από τις πιο δύστροπες μα ενδιαφέρουσες περιπτώσεις της παρούσας στήλης. Δυστυχώς η μπάντα έχει μικρή δισκογραφία (το The Shining Trapezohedron του 1993 και το Shemhamforash του 1995), καθότι η σύντομη δράση της έλαβε χώρα σε μια εποχή υπογείως εμβρυική για την ελβετική metal σκηνή.



Σε χρονική συνέχεια των πεπραγμένων της Witchunt Records έχουμε το Reign Supreme (1996) ως το πρώτο και μοναδικό ολοκληρωμένο πόνημα των επιβλητικών Azag-Thoth. Μιας μπάντας που προσέφερε πληθώρα εμπνευσμένων riffs, ικανά να γραπώσουν την προσοχή του ακροατή από τη πρώτη κιόλας ακρόαση. Φέροντας ήδη σε απολογισμό το πρωτόλειο demo Conjurations (1993) από τη δράση τους ως Pazuzu, η μετενσαρκωμένη περσόνα των Azag-Thoth εντρύφησε δεόντως στις αρετές μιας καλοσμιλευμένης παραγωγής, όπως και στην ανάσυρση θεματικών σουμεριακής προέλευσης. Ως μοναδικό μειονέκτημα ενδεχομένως να καταγράφεται το παντελώς ξύλινο drumming, έστω κι αν ο ήχος αυτός κερδίζει μπόνους αισθητικής χάρη στα στεγνά τύμπανα.



Εξερευνώντας διεξοδικά τους εκάστοτε πρωτόλειους ήχους, θα ασχοληθούμε επίσης με το D' Une Μélomanie Perverse... (2008) των νοσηρών Helslakt. Η αισθητική της μπάντας φέρνει στο προσκήνιο το raw black metal, με κιθάρες που κόβουν σαν ξυράφια και κάθε όργανο όσο πριμαριστό υπαγορεύουν οι επιταγές μιας καθόλα underground αντίληψης. Όντας θραυστικοί όσο λίγα σχήματα της ελβετικής παρακαταθήκης, η τροχισμένη τους αντίληψη φαίνεται να αναδεικνύει σωρεία εξαίρετων ιδεών, αντί μιας εσκεμμένης επικάλυψης ελλιπούς ταλέντου. Όπως είναι λοιπόν φυσικό, το άλμπουμ κερδίζει τον ακροατή από την πρώτη κιόλας εντύπωση, παρότι ως άκουσμα καταλήγει αναμενόμενα εξειδικευμένο.



Αλλαγή σελίδας, με αναμενόμενη εισαγωγή στο cybernetic black metal των οδοιπόρων Darkspace. Μιας μπάντας που στόχο έχει να σμιλεύσει όσο το δυνατόν ψυχρότερα ηχοτοπία, πάνω στα οποία βασίζει τις διαστημικές της αναζητήσεις. Επιχειρώντας μικρές διαφοροποιήσεις σε κάθε κυκλοφορία, διατηρούν έως και σήμερα ζωτικό το ενδιαφέρον για τις τάξεις τους, καθώς κάθε άλμπουμ προσφέρει κάτι ουσιαστικό, διατηρώντας παράλληλα τον ήχο τους τέρμα αναγνωρίσιμο. Στοιχείο-κλειδί η σταθερή τεχνοτροπία του artwork, η οποία συνδέει κάθε άλμπουμ με το επόμενο, σε ένα ατελείωτο διαγαλαξιακό ταξίδι.



Σε περισσότερες ατμοσφαιρικές αναζητήσεις, δεν θα μπορούσε να λείπει το αστρικό ambient black metal των εξερευνητών Astral Silence. Φέροντας ελαφρά συγγένεια με τους Darkspace, η διαστημική τους προσέγγιση εμποτίζεται παράλληλα από διακριτές majestic πινελιές, επιστρέφοντάς μας στις ένδοξες, επιβλητικές ημέρες των ατμοσφαιρικών mid-1990s. Επιτυγχάνοντας έτσι να βαδίζουν καταμεσής δύο διαφορετικών εποχών, οι Astral Silence διατηρούν τον ήχο τους σύγχρονο και ενδιαφέρον συνάμα, καθώς κάθε κομμάτι αποτελεί και ένα διαφορετικό ταξίδι, στο οποίο ο ακροατής χάνεται σε μια δίνη αναμνήσεων. Στα πολύ θετικά, σημειώστε και τη συμμετοχή τους στο roster της Kunsthauch, η οποία έχει συνεργαστεί με Lurker Οf Chalice, Midnight Odyssey, Lustre, Vinterriket και Sorcier Des Glaces, μεταξύ άλλων.



To πρώτο και μοναδικό Demo I των Νorstarah είναι αντικείμενο δυσεύρετο, μιας και κυκλοφόρησε το 2006 σε CD-r έκδοση περιορισμένη στα 100 αντίτυπα, δίχως καμία προοπτική επανέκδοσης την παρούσα στιγμή. Παρόλα αυτά, τα δύο μεμονωμένα κομμάτια που διατίθενται προς ακρόαση στο YouTube προϊδεάζουν για ατμοσφαιρικό black metal πρώτης κλάσης, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που απορρέει από τις βυθιζόμενες κιθάρες να γραπώνει τον ακροατή με χαρακτηριστική ευκολία. Έστω και ανορθόδοξα, λοιπόν, θεώρησα σωστό να συμπεριληφθεί στα κατάστοιχα του παρόντος τεύχους της στήλης, ενόσω επιζητώ διακαώς την ακρόαση του υπόλοιπου περιεχομένου.



Αλλαγή σελίδας ξανά, ώστε να προχωρήσουμε γοργά στο Uncreation (2011) των Stortregn. Η μουσική κυμαίνεται σε παραδοσιακότερα black metal μονοπάτια συγκριτικά με τους προαναφερθέντες καλλιτέχνες, με το οξυμένο riffing να μην παραγκωνίζει διόλου τα μελωδικά στοιχεία. Η μπάντα δισκογραφεί σταθερά κατά την τρέχουσα δεκαετία, με τις καθαρτικές lead κιθάρες του Evocation Of Light (2013) να ξεχωρίζουν μέσα από τους σταθμούς της εξελισσόμενης πορείας τους. Παρότι λοιπόν οι Stortregn αποτελούν μια μπάντα σχετικά «τυπική» για το εύρος ήχων που προσφέρει το black metal σύμπαν, δεν μπορούμε να μην τους αναγνωρίσουμε τη συνέπεια που επιδεικνύουν σε στάνταρ σταθερά από άποψη ποιοτικού ελέγχου.



Σε πιο δασικά πρότυπα, έχουμε το ομότιτλο EP των Glüüth, το οποίο και αποτελεί τη μοναδική έως τώρα δουλειά τους. Με αποκλειστική διάθεση σε κασέτα περιορισμένη σε 20 αντίτυπα (τα οποία ντουμπλαρίστηκαν μεσάνυχτα δίπλα σε μια καμμένη εκκλησία, σύμφωνα με το συγκρότημα), η cult αισθητική έρχεται σε απόλυτη συνάφεια με το grim συναίσθημα της ίδιας της μουσικής. Η ψηφιακή εκδοχή διατίθεται φυσικά δωρεάν στο bandcamp των Glüüth, αλλά εμείς θα εστιάσουμε στο 13λεπτο "...Born In Hell", το οποίο και αποτελεί τη λαμπρότερη στιγμή της riff-ολογίας τους.

https://glth.bandcamp.com/track/born-in-hell

Εν συνεχεία επιστρέφουμε στην Kunsthauch και στη συνεργασία της με τους Mal Etre. Η μπάντα είναι πνευματικό παιδί του πολυπράγμωνος Nocturnalpriest (ο οποίος ασχολείται και με τους Baalshamin, Malvoisie και Parämnesia), κι έτσι η αύρα της μουσικής του διαπερνά τόσο τα ambient black metal τοπία του εξαιρετικού Torment (2010), όσο και την απογυμνωμένη εκδοχή των Lifelover στο ανατρεπτικό Medication (2012). Το δεύτερο αποτελεί και την πιο αξιοσημείωτη συνεισφορά των Mal Etre, καθώς τα depressive rock στάνταρ του ξεψυχούν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στην πορεία ενός ταξιδιού καθρεπτίζουσων επιρροών. H συνέχεια με το ΙΙΙ (2013) διεγράφη παρομοίως ενδιαφέρουσα, ειδικά από τη στιγμή που αφουγκράστηκε ηχητικά τη σμίλευση άρτια σφυρηλατημένων καλουπιών.



Οι Dekadent Aesthetix δεν αποτελούν περίπτωση κλασικότροπης black metal μπάντας, μιας και το αμαυρωμένο στοιχείο αποτελεί ένα μόνο συστατικό στο πολυσχιδές μίγμα των electronica/industrial επιρροών τους. Επιτυγχάνοντας άριστη ισορροπία μεταξύ βιομηχανοποιημένων ήχων και επικαλυμμένων μεταλλικών εξάρσεων, το ντουέτο προσφέρει ένα απόσταγμα ιδεών λίαν συναρπαστικών –και για ακρόαση, αλλά και για μελέτη. Στα πολύ θετικά αξίζει επίσης να σημειωθεί η split συνεργασία με τους Νορβηγούς Joyless, όπως και η καταπληκτική διασκευή στο "17" των Ladytron (φανερώνοντας έτσι το ευρύ φάσμα των επιρροών τους).



Οι DSKNT παρουσιάζουν από την πλευρά τους ένα διαφορετικού τύπου μείγμα, καθώς το πηχτό τους αμάλγαμα death και black metal ήχων στενεύει τα περιθώρια σε βαθμό πλήρους απουσίας αέρα. Οι δε δυσαρμονικές στιγμές στις κιθάρες, με τις εννοούμενες orthodox πινελιές, αφήνουν μια υποψία ηλιαχτίδας να διασχίζει τον χώρο, καθιστώντας έτσι τον σχεδιασμό τους ευφυή και στρατηγικά προσηλωμένο. Αυτό βέβαια ίσως να αποτελεί και το μοναδικό μειονέκτημα, καθότι οι δομές θα επωφελούνταν λίγης παραπάνω φαντασίας, αντί να κινούνται σε τόσο παρεμφερές μοτίβο.



Για το κλείσιμο κρατήσαμε κάτι ανορθόδοξο, καθώς το Ilmasaari των Ashtar ξεφεύγει από τη σφαίρα του αμαυρωμένου σύμπαντος. Παρόλα αυτά, ο ευφυέστατος συνδυασμός black και doom στοιχείων διαποτίζεται από μια ροή τόσο εξομαλυμένη και ευπρόσιτη, ώστε θα ήταν ειδεχθές έγκλημα να μη συμπεριληφθεί. Το μοτίβο κινείται ως επί το πλείστον σε mid-tempo ταχύτητες, με πληθώρα μελωδικών συστατικών να κεντούν ένα λαμπυρίζον πλέγμα, πάνω στο οποίο οι Ashtar ξεδιπλώνουν τις αρετές τους: ξεκινώντας από έμπνευση και ποικιλία και φτάνοντας ως την ιδανική παραγωγή και το προσωπικό στίγμα. Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να αγωνιούμε για το επόμενο δισκογραφικό τους βήμα, το οποίο και ευελπιστούμε να αποσπάσει μεγαλύτερη μερίδα προσοχής, σε σχέση με το λίαν υποτιμημένο ντεμπούτο.

 

Top