search

ΑΡΘΡΑ

Εκρηκτικός συνδυασμός αλαζονείας, άπλετου χιούμορ, έξυπνων ποπ αναφορών και κυνικής αυτοαναφορικότητας, με βαριά την παρακαταθήκη των Buzzcocks...

«We're gonna be the band that writes the song
That makes Israel and Palestine get along»


Θα μπορούσε να επιλεχθεί σχεδόν οποιοσδήποτε στίχος από το ντεμπούτο των Art Brut για να ανοίγει το παρόν κείμενο και πάλι να αποτυπώνει την ίδια ακριβώς αίσθηση. Αυτόν δηλαδή τον εκρηκτικό συνδυασμό αλαζονείας, άπλετου χιούμορ με έξυπνες ποπ αναφορές και μιας ασυγκράτητα κυνικής αυτοαναφορικότητας: όχι μόνο για τους πέντε πιτσιρικάδες (τότε) από το Λονδίνο, αλλά και για την ίδια την ταλαιπωρημένη μυθολογία του ροκ εν ρολ σύμπαντος. Κι όλα τα παραπάνω παίζοντας, νέτα-σκέτα, δυνατό ροκ εν ρολ.

Ροκ εν ρολ δυνατό, αλλά όχι κι αφτιασίδωτο.

Στην εποχή των τελευταίων ημερών του οίνου και των ρόδων που θα γνώριζε η Νew Musical Express, οι Franz Ferdinand προέτασσαν εκλεκτικούς, κοφτούς ρυθμούς από το εξαιρετικό ομώνυμο ντεμπούτο τους (2004), οι Bloc Party μας άναβαν ...Silent Alarm (2005) και οι εξωμουσικές περιπέτειες του Pete Doherty κιτρίνιζαν παραπάνω από όσο χρειαζόταν το έντυπο. Δίπλα σε όλα αυτά, οι Art Brut παίρνουν στο ψιλό κανονικότατα την ΝΜΕ λέγοντας ευθαρσώς «Haven't read the NME in so long, don't know what genre we belong» (“Bad Weekend”).

55gPsRc_2.jpg

Μιλάει όμως η ίδια η μουσική τους για το ...genre τους, χωρίς να χρειάζεται να οριοθετηθεί στενά ως τέτοιο. Με βαριά την παρακαταθήκη των Buzzcocks στις αποσκευές τους, οι Art Brut γράφουν εδώ 12 anthems τα οποία ασφυκτιούν από αμεσότητα, χωρίς κανένα filler, βάζοντας πείσμα να μην αφήσουν τον ακροατή στιγμή να πέσει από το τεντωμένο punk σκοινί τους. Κι ο Eddie Argos σχεδόν θέλει να φτύσει στη μούρη μας τους στίχους του.

Και τι στίχοι. Αυτοί κι αν δεν σε αφήνουν λεπτό.

Εδώ διαβάζουμε το ημερολόγιο μιας μπάντας από την καλή, αλλά κυρίως από την ανάποδη. «Look at us, we formed a band!» λένε οι Art Brut με το άνοιγμα της αυλαίας· και ήδη από τον ειρωνικό τόνο καταλαβαίνει κανείς πως αυτά τα παιδιά έχουν χιούμορ και αρκετά καλή αντίληψη της πολύπαθης μουσικής βιομηχανίας. Κι όχι μόνο για τα στενά όριά της, αλλά και για το όλο παιχνίδι γύρω της. Όπως όταν οι κιθάρες ξεγελάνε αρχικά (για λίγο) με φιλικά διακείμενο προς το “London Calling” τρόπο, ώστε να αφήσουν τον Argos να κάνει τη δήλωση «My little brother just discovered rock and roll». Και να κάνει και το σχόλιό του για τους ...εν μια νυχτί ειδήμονες, όσους κοιτάνε με μισό μάτι τις μάζες που δεν κατέχουν σε βάθος τις αγαπημένες τους μπάντες: «He no longer listens to A-sides / He made me a tape of bootlegs and B-sides».



Αλλά ροκ εν ρολ χωρίς κορίτσια δεν γίνεται, όπως θα το ήθελε και ο μύθος. Εδώ, όμως, οι Art Brut τα χρησιμοποιούν με outsider τρόπο. Δίνουν δηλαδή το indie σήμα για να γυρίσουν τον χρόνο πίσω, στα εφηβικά χρόνια του αφηγητή και τον έρωτά του για την Emily Kane, οδηγώντας τον στη ρομαντική διαπίστωση του «Other girls went and other girls came / I can't get over my old flame / I'm still in love with Emily Kane». Για να διακωμωδήσουν πλήρως την αντρική ανικανότητα στο επόμενο κομμάτι “Rusted Guns Οf Milan” (όπου gun, βάλτε φαντασία).

«I know I can», επιμένει ο Argos, αφήνοντας τη μπάντα να παίξει αργόσυρτα, πριν έρθει το ξέσπασμα του ρεφρέν, μαζί με την έκκληση για μια τελευταία ελπίδα: «Leave the lights on» και κυρίως «Don’t tell your friends»· γιατί αυτό είναι που καίει περισσότερο, άλλωστε. Όλα τούτα, βέβαια, μέχρι να βρεθεί εκείνο το αντικείμενο του πόθου, που θα κάνει τον Argos να περηφανεύεται «got myself a brand new girlfriend» (“Good Weekend”). Περίπου. Εκεί δηλαδή που η μπάντα γκαζώνει για τα καλά και πληροφορούμαστε για την ...τετραήμερη απασχόλησή του με το νέο του κορίτσι, ο Argos μας λέει πως «I saw her naked twice!». Να είναι απλά ένας πρωτάρης; Ή να θέλει να μας θολώσει τα νερά για το αν αυτό το κορίτσι υπάρχει (στη φαντασία του);

55gPsRc_3.jpg

Μικρή σημασία έχει όταν στο ομώνυμο (αξιοζήλευτης ενέργειας) κομμάτι του δίσκου μας δίνουν και την πιο art πινελιά του Bang Bang Rock & Roll. Επαναλαμβάνοντας πανέξυπνα τον στίχο «I can’t stand the sound of the Velvet Underground», συνοδευόμενο από τα δεύτερα φωνητικά που λένε «White Light / White Heat». Κι όχι μόνο αυτό. Προς το τέλος βάζουν και ένα άναρχο βιολί να ακούγεται στο φόντο. Ναι, για τον John Cale χτυπά η καμπάνα.

Αλλά από το στόχαστρό τους δεν ξεφεύγει ούτε το μεγάλο αμερικανικό όνειρο. Φαντασιώνονται λοιπόν το άνοιγμα των φτερών τους, με τον Argos να λέει «I’m considering a move to L.A.» (“Moving Τo L.A.”), έχοντας ήδη κάνει εικόνα τα φιλαράκια του εκεί: «Hang around with Axl Rose / Buy myself some brand new clothes» και «I'm drinking Hennessey with Morrissey». Έτσι για να ...σκάσουν όσοι βρίσκονται πίσω στη Γηραιά Ήπειρο.

Πάντως η ιστορία δεν έχει happy ending. Κάποιοι δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος του σταριλικιού και θέλουν να γυρίσουν στις οικογένειές τους, όπως περιγράφεται στο “Stand Down”, πριν γίνει πλήρης ανατροπή σεναρίου στο “18,000 Lira”, κλείνοντας τον δίσκο με μια ...ληστεία τράπεζας, αλλά και με post-punk αποστροφές.



Πρέπει να είναι κανείς υπερβολικά αθώος για να μην πιάσει το (αυτο)σαρκαστικό πνεύμα των παραπάνω. Στυλιζάροντας φαινομενικά τον εαυτό τους σαν «άλλη μια μπάντα που έπιασε κιθάρες», οι Art Brut θέλουν να δείξουν εδώ το γιατί υπερέχουν: γιατί έχουν αρκετά ευφυείς στίχους και ενέργεια –πολύ πριν οι σημερινοί «indie σωτήρες» Idles προτάξουν τη δική τους έξυπνη αμεσότητα, με αντίστοιχου ύφους αναφορές– για να κανιβαλίσουν τη βιομηχανία στην οποία αποτελούν κινητήριο μοχλό.

Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούγοντας τους Art Brut σε αυτόν εδώ το δίσκο νιώθεις πως στήνουν τη δική τους Spinal Tap παράσταση, με τον τρόπο που θα την εξιστορούσε ο John Niven. Σε άλλες πάλι στιγμές νιώθεις ότι θα μπορούσε να μην γραφτεί και τίποτα, μιας και το ίδιο το άλμπουμ είναι μια μοφή (αυτο)κριτικής στο ίδιο το είδος που πρεσβεύει. Χωρίς να το απορρίπτει, αλλά σχολιάζοντάς το, χρησιμοποιώντας το βήμα που του δίνεται. Και, τελικά, μας μένουν 12 τραγούδια, τα οποία φωνάζουν με πλήρη αυτοπεποίθηση:

Bang! Bang! Rock & Roll.